αποβάλλω


αποβάλλω
(AM ἀποβάλλω)
1. βγάζω, αφαιρώ από πάνω μου («αποβάλλω τα ενδύματα», «αποβάλλω το προσωπείο» — δείχνω ποιος είμαι πραγματικά)
2. αποπέμπω, απομακρύνω (φρ. νεοελλ. «τον απέβαλαν από το σχολείο, απεβλήθη της αιθούσης» κ.λπ.)
3. (για έγκυο γυναίκα) γεννώ πρόωρα, ατελές ή νεκρό
αρχ.
1. εκθέτω βρέφος
2. ρίχνω πέρα, παρατώ
3. χάνω
4. παραπέμπω
5. (για ζώα) χάνω το τρίχωμα, το δέρμα κ.λπ. και βγάζω νέο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποβάλλω — throw off pres subj act 1st sg ἀποβάλλω throw off pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποβάλλω — αποβάλλω, απέβαλα βλ. πίν. 146 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποβάλλω — [аповалло] р. отбрасывать, родить раньше времени …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποβάλλω — όβαλα, βλήθηκα, βλημένος, μτβ. 1. διώχνω, αποπέμπω: Χθες τον απόβαλαν από το σχολείο. 2. βγάζω: Απόβαλε τα ρούχα του κι έπεσε στη θάλασσα. 3. αμτβ. (για έγκυο), κάνω αποβολή, γεννώ πρόωρα: Ήταν τριών μηνών, αλλά απόβαλε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποβάλησθε — ἀποβάλλω throw off aor subj mp 2nd pl ἀποβάλλω throw off aor subj act 2nd pl (epic) ἀποβά̱λησθε , ἀποβάλλω throw off aor subj mid 2nd pl (doric) ἀποβά̱λησθε , ἀποβάλλω throw off aor subj act 2nd pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβάλῃ — ἀποβάλλω throw off aor subj mp 2nd sg ἀποβάλλω throw off aor subj act 3rd sg ἀποβά̱λῃ , ἀποβάλλω throw off aor subj mid 2nd sg (doric) ἀποβά̱λῃ , ἀποβάλλω throw off aor subj act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβαλοῦσι — ἀποβάλλω throw off aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποβάλλω throw off fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀποβάλλω throw off fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβαλοῦσιν — ἀποβάλλω throw off aor part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποβάλλω throw off fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἀποβάλλω throw off fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβάλετε — ἀποβάλλω throw off aor imperat act 2nd pl ἀποβά̱λετε , ἀποβάλλω throw off aor subj act 2nd pl (epic doric) ἀποβάλλω throw off aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβάλλεσθε — ἀποβάλλω throw off pres imperat mp 2nd pl ἀποβάλλω throw off pres ind mp 2nd pl ἀποβάλλω throw off imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.